Έχεις πιάσει ποτέ δύο παρόμοια προϊόντα στο σούπερ μάρκετ και έχεις προσπαθήσει να καταλάβεις ποιο είναι η καλύτερη επιλογή;
Το ένα γράφει «χωρίς προσθήκη ζάχαρης», το άλλο «υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη» και ένα τρίτο παρουσιάζεται ως «light». Ποιο να επιλέξεις τελικά;
Η αλήθεια είναι ότι η συσκευασία ενός τροφίμου μπορεί να μας δώσει πολλές πληροφορίες, αλλά δεν είναι όλες εξίσου χρήσιμες για την απόφασή μας.
Δε χρειάζεται να γίνεις ειδικός στις διατροφικές ετικέτες ούτε να αναλύεις κάθε προϊόν που αγοράζεις. Αρκεί να γνωρίζεις πού να εστιάζεις και πώς να ερμηνεύεις όσα διαβάζεις.
Ας δούμε, λοιπόν, τι αξίζει πραγματικά να προσέχεις την επόμενη φορά που θα βρεθείς στο σούπερ μάρκετ.
Ξεκίνα από τη διατροφική δήλωση
Η διατροφική δήλωση είναι ο πίνακας που συνήθως βρίσκεται στο πίσω ή στο πλάι της συσκευασίας και παρουσιάζει την ενεργειακή αξία και την περιεκτικότητα του τροφίμου σε συγκεκριμένα θρεπτικά συστατικά.
Στα περισσότερα προσυσκευασμένα τρόφιμα, η υποχρεωτική διατροφική δήλωση περιλαμβάνει:
• Ενέργεια: εκφράζεται σε kJ και kcal.
• Λιπαρά: τη συνολική ποσότητα λιπαρών.
• Εκ των οποίων κορεσμένα: την ποσότητα των κορεσμένων λιπαρών.
• Υδατάνθρακες: τη συνολική ποσότητα υδατανθράκων.
• Εκ των οποίων σάκχαρα: την ποσότητα των σακχάρων.
• Πρωτεΐνη: την ποσότητα πρωτεΐνης.
• Αλάτι: την ποσότητα αλατιού.
Οι διαιτητικές ίνες, οι βιταμίνες, τα πολυακόρεστα και μονοακόρεστα λιπαρά, καθώς και ορισμένα μέταλλα και ιχνοστοιχεία, μπορεί επίσης να αναγράφονται, αλλά δεν αποτελούν υποχρεωτικό μέρος κάθε διατροφικής δήλωσης.
Για να αναγράφεται μια βιταμίνη ή ένα ανόργανο συστατικό στη διατροφική δήλωση, πρέπει γενικά να υπάρχει σε σημαντική ποσότητα. Το σχετικό όριο είναι συνήθως το 15% της Διατροφικής Τιμής Αναφοράς (ΔΤΑ/Nutrient Reference Value, NRV) ανά 100 g ή 100 mL για τα τρόφιμα. Όταν η συσκευασία περιέχει μία μόνο μερίδα, το όριο είναι τουλάχιστον 15% ανά μερίδα. Για τα ποτά η προϋπόθεση είναι να περιλαμβάνουν το 7,5% της ΔΤΑ ανά 100 mL.
Το ποσοστό της Προσλαμβανόμενης Ποσότητας Αναφοράς (% Π.Π.Α./Reference Intake, RI) που αποτελεί επιπλέον μέρος της διατροφικής δήλωσης, υποδεικνύει πόσο τοις εκατό συμβάλλει κάθε θρεπτικό συστατικό του συγκεκριμένου τροφίμου στη συνολική ημερήσια πρόσληψη ενός ενήλικα, αν το άτομο κατανάλωνε 2.000 kcal. Η αναφορά των 2.000 kcal αφορά την ενέργεια αναφοράς ενός μέσου ενήλικα και όχι εξατομικευμένη ημερήσια ανάγκη. Σε περίπτωση που το προϊόν απευθύνεται σε άλλη ηλικιακή κατηγορία, όπως για παράδειγμα τα παιδιά, αυτό μπορεί να διαφέρει και αναγράφεται αντίστοιχα.
Δε χρειάζεται να εστιάζεις σε όλα τα στοιχεία κάθε φορά. Το ποια έχουν μεγαλύτερη σημασία εξαρτάται από το είδος του τροφίμου, τη χρήση του και τις δικές σου ανάγκες.
Πρόσεξε αν οι τιμές αφορούν τα 100 g ή τη μερίδα
Αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα σημεία που χρειάζεται να γνωρίζεις.
Οι διατροφικές πληροφορίες αναγράφονται υποχρεωτικά ανά 100 g ή 100 ml. Σε πολλές περιπτώσεις, ο κατασκευαστής μπορεί να δίνει επιπλέον πληροφορίες ανά μερίδα.
Γιατί έχει σημασία;
Ας υποθέσουμε ότι ένα δημητριακό πρωινού αναγράφει:
• 380 kcal ανά 100 g.
• 114 kcal ανά μερίδα 30 g.
Οι δύο τιμές δεν είναι αντικρουόμενες. Η δεύτερη αφορά μικρότερη ποσότητα προϊόντος.
Αν, όμως, εσύ καταναλώνεις 50 g αντί για 30 g, η πρόσληψη ενέργειας από το συγκεκριμένο τρόφιμο θα είναι διαφορετική από εκείνη που αναγράφεται για τη μερίδα του κατασκευαστή.
Τι να κάνεις στην πράξη: Όταν συγκρίνεις δύο παρόμοια προϊόντα, ξεκίνα από τις τιμές ανά 100 g ή 100 ml. Στη συνέχεια, σκέψου την ποσότητα που καταναλώνεις συνήθως.
Έτσι, αποφεύγεις τις παραπλανητικές συγκρίσεις μεταξύ μερίδων διαφορετικού μεγέθους.
Μην κοιτάς μόνο τις θερμίδες
Η ενεργειακή αξία είναι χρήσιμη πληροφορία, αλλά δεν περιγράφει από μόνη της τη διατροφική ποιότητα ενός τροφίμου.
Δύο προϊόντα με παρόμοιες θερμίδες μπορεί να διαφέρουν σημαντικά ως προς την περιεκτικότητά τους σε πρωτεΐνη, διαιτητικές ίνες, λιπαρά ή άλλα θρεπτικά συστατικά.
Για παράδειγμα, όταν συγκρίνεις δύο επιλογές για πρωινό, μπορεί να σε ενδιαφέρει όχι μόνο η ενέργειά τους, αλλά και το πόση πρωτεΐνη και πόσες διαιτητικές ίνες παρέχουν, καθώς και το πόσο ταιριάζουν στις ανάγκες και στις προτιμήσεις σου.
Αυτό δε σημαίνει ότι ένα τρόφιμο με περισσότερες θερμίδες είναι αυτομάτως χειρότερη επιλογή.
Η σωστή ερώτηση δεν είναι μόνο «πόσες θερμίδες έχει;», αλλά «τι μου προσφέρει και πώς εντάσσεται στη συνολική διατροφή μου;».
Σάκχαρα δε σημαίνει απαραίτητα πρόσθετη ζάχαρη
Στη διατροφική δήλωση, η ένδειξη «εκ των οποίων σάκχαρα» αφορά τα συνολικά σάκχαρα του τροφίμου, συμπεριλαμβανομένων τόσο εκείνων που υπάρχουν φυσικά όσο και εκείνων που έχουν προστεθεί.
Για παράδειγμα, ένα απλό γιαούρτι μπορεί να περιέχει σάκχαρα λόγω της φυσικής λακτόζης του γάλακτος, χωρίς να έχει προστεθεί ζάχαρη.
Αντίστοιχα, ένα προϊόν που περιέχει φρούτα μπορεί να έχει σάκχαρα από τα ίδια τα φρούτα.
Τι σημαίνουν, λοιπόν, οι ενδείξεις που συναντάς;
• «Χωρίς πρόσθετα σάκχαρα ή χωρίς προσθήκη σακχάρων»: σημαίνει ότι δεν έχουν προστεθεί σάκχαρα ή άλλα τρόφιμα που χρησιμοποιούνται για τις γλυκαντικές τους ιδιότητες, σύμφωνα με τις σχετικές προϋποθέσεις της νομοθεσίας. Το προϊόν μπορεί να περιέχει φυσικά σάκχαρα. Σε αυτή την περίπτωση, πρέπει να αναγράφεται και η ένδειξη «Περιέχει φυσικά σάκχαρα».
• «Χωρίς σάκχαρα»: είναι διαφορετικός ισχυρισμός και επιτρέπεται μόνο όταν το προϊόν πληροί συγκεκριμένα νομοθετικά κριτήρια για την περιεκτικότητά του σε σάκχαρα. Συγκεκριμένα θα πρέπει τα σάκχαρά του να είναι ≤0,5 g ανά 100 g/mL.
• «Χαμηλή περιεκτικότητα σε σάκχαρα»: είναι ισχυρισμός που δηλώνει ότι το προϊόν δεν έχει πολλά σάκχαρα συνολικά (είτε φυσικά είτε πρόσθετα) και επιτρέπεται μόνο όταν το προϊόν περιέχει ≤5 g σακχάρων ανά 100 g για τα στερεά τρόφιμα ή ≤2,5 g σακχάρων ανά 100 mL για τα υγρά τρόφιμα.
Επομένως, μη θεωρείς ότι οι παραπάνω ενδείξεις σημαίνουν το ίδιο πράγμα. Αν θέλεις να καταλάβεις καλύτερα ένα προϊόν, συνδύασε τη διατροφική δήλωση με τον κατάλογο των συστατικών του.
Για μια γρήγορη πρακτική σύγκριση, μπορείς να χρησιμοποιείς τα παρακάτω όρια:
• Χαμηλή περιεκτικότητα σε σάκχαρα: έως 5 g/100 g για τα στερεά τρόφιμα ή έως 2,5 g/100 ml για τα υγρά.
• Μέτρια περιεκτικότητα σε σάκχαρα: πάνω από 5 g και έως 22,5 g/100 g για τα στερεά τρόφιμα ή πάνω από 2,5 g και έως 11,25 g/100 ml για τα υγρά.
• Υψηλή περιεκτικότητα σε σάκχαρα: πάνω από 22,5 g/100 g για τα στερεά τρόφιμα ή πάνω από 11,25 g/100 ml για τα υγρά.
Τα παραπάνω όρια βοηθούν στην πρακτική σύγκριση παρόμοιων προϊόντων ανά 100 g ή 100 ml. Όλες οι κατηγορίες χαμηλής, μέτριας και υψηλής περιεκτικότητας που αναφέρονται σε αυτό το άρθρο αποτελούν εργαλείο ενημέρωσης του καταναλωτή και δεν ταυτίζονται απαραίτητα όλες με επίσημους διατροφικούς ισχυρισμούς της ευρωπαϊκής νομοθεσίας.
Λιπαρά
Τα συνολικά και τα κορεσμένα λιπαρά είναι επιπλέον σημαντικά στοιχεία που αξίζει να συγκρίνεις, ανάλογα με το τρόφιμο.
Η αυξημένη πρόσληψη κορεσμένων λιπαρών μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς, μεταξύ άλλων, τα επίπεδα της LDL χοληστερόλης, ιδιαίτερα όταν αντικαθιστούν τα ακόρεστα λιπαρά στη διατροφή.
• «Χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά»: χαμηλών λιπαρών θεωρούνται τα στερεά τρόφιμα που περιέχουν ≤3 g συνολικών λιπαρών ανά 100 g. Για τα υγρά τρόφιμα θα πρέπει να είναι ≤1,5 g ανά 100 mL.
• «Μέτριας περιεκτικότητας σε λιπαρά»: τα στερεά προϊόντα που τα λιπαρά τους κυμαίνονται σε επίπεδα >3 g και ≤17,5 g συνολικών λιπαρών ανά 100 g θεωρούνται μέτριας περιεκτικότητας σε λιπαρά. Για τα υγρά τρόφιμα, οι τιμές διαμορφώνονται σε >1,5 g και ≤8,75 g ανά 100 mL.
• «Υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά»: όσα προϊόντα ξεπερνούν τα 17,5 g συνολικών λιπαρών ανά 100 g ή τα 8,75 g ανά 100 mL θεωρούνται υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά.
• «Χωρίς Λιπαρά»: ένα προϊόν μπορεί να γράφει ότι δεν έχει καθόλου λιπαρά μόνο αν περιέχει ≤ 0,5 g λιπαρών ανά 100 g ή 100 ml.
Τώρα, ιδιαίτερο ρόλο παίζει το πόσα από αυτά τα λιπαρά είναι κορεσμένα.
• «Χαμηλής περιεκτικότητας σε κορεσμένα λιπαρά»: ένα τρόφιμο, που το άθροισμα των trans και κορεσμένων λιπαρών είναι ≤1,5 g ανά 100 g θεωρείται τρόφιμο με χαμηλά κορεσμένα λιπαρά. Για τα υγρά τρόφιμα θα πρέπει το άθροισμα trans και κορεσμένων λιπαρών να είναι ≤0,75 g ανά 100 mL. Επιπλέον, σε κάθε περίπτωση, οι θερμίδες που προέρχονται από τα κορεσμένα λιπαρά δεν πρέπει να ξεπερνούν το 10% των συνολικών θερμίδων του προϊόντος.
• «Μέτριας περιεκτικότητας σε κορεσμένα λιπαρά»: αν η περιεκτικότητα κορεσμένων και trans λιπαρών κινείται ανάμεσα στα 1,5 g και 5 g ανά 100 g τότε η περιεκτικότητα είναι μέτρια. Για τα υγρά τρόφιμα τα όρια διαμορφώνονται σε >0,75 και ≤2,5 g ανά 100 mL.
• «Υψηλής περιεκτικότητας σε κορεσμένα λιπαρά»: τα προϊόντα που περιέχουν >5 g κορεσμένων και trans λιπαρών ανά 100 g και >2,5 g κορεσμένων και trans λιπαρών ανά 100 mL θεωρούνται υψηλής περιεκτικότητας σε κορεσμένα λιπαρά.
• «Χωρίς Κορεσμένα Λιπαρά»: για να μπορεί ένα προϊόν να αναγράφει νόμιμα ότι δεν περιέχει κορεσμένα λιπαρά, το άθροισμα των κορεσμένων και των τρανς (trans) λιπαρών οξέων δεν πρέπει να ξεπερνά τα 0,1 γραμμάρια ανά 100g ή 100 mL προϊόντος.
Όταν κοιτάζεις μια ετικέτα, δεν αρκεί να βλέπεις μόνο τα συνολικά λιπαρά, αλλά πρέπει να ελέγχεις τη «μετάφρασή» τους. Για παράδειγμα:
• Το ελαιόλαδο έχει 100% συνολικά λιπαρά (100g στα 100g), αλλά το μεγαλύτερο μέρος των λιπαρών του οξέων είναι μονοακόρεστα.
• Ένα συσκευασμένο κέικ μπορεί να έχει λιγότερα συνολικά λιπαρά (π.χ. 20g στα 100g), αλλά το μεγαλύτερο μέρος τους να είναι κορεσμένα ή trans λιπαρά.
Αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει να αποκλείσεις κάθε προϊόν που περιέχει κορεσμένα λιπαρά. Σημασία έχει η ποσότητα, η συχνότητα κατανάλωσης και το συνολικό διατροφικό πρότυπο.
Αλάτι
Καθώς η υπερβολική πρόσληψη αλατιού συνδέεται με αυξημένη αρτηριακή πίεση και καρδιαγγειακά νοσήματα, η περιεκτικότητα των προϊόντων σε αλάτι είναι ένα επιπλέον κομμάτι που μπορούμε να ελέγχουμε.
Η περιεκτικότητα των τροφίμων σε αλάτι διαχωρίζεται ως εξής:
• «Χαμηλής περιεκτικότητας σε αλάτι»: περιεκτικότητα αλατιού ≤0,3 g ανά 100 g/mL τροφίμου.
• «Μέτριας περιεκτικότητας σε αλάτι»: περιεκτικότητα αλατιού >0,3 g και ≤1,5 g ανά 100 g στερεού τροφίμου ή >0,3 g και ≤0,75 g ανά 100 mL υγρού τροφίμου.
• «Υψηλής περιεκτικότητας σε αλάτι»: περιεκτικότητα αλατιού >1,5 g ανά 100 g ή >0,75 g ανά 100 mL τροφίμου.
Αν συγκρίνεις δύο παρόμοια συσκευασμένα προϊόντα, έλεγξε τις τιμές ανά 100 g ή 100 ml και δες αν υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές, στα συστατικά που σε ενδιαφέρουν.
Αν αναγράφεται η ποσότητα νατρίου αντί για αλάτι, να θυμάσαι ότι 1 g αλατιού αντιστοιχεί περίπου σε 0,4 g νατρίου.
Μην ξεχνάς τις διαιτητικές ίνες και την πρωτεΐνη
Οι διαιτητικές ίνες και η πρωτεΐνη μπορούν να σε βοηθήσουν να καταλάβεις καλύτερα τι προσφέρει ένα τρόφιμο.
Οι διαιτητικές ίνες συμβάλλουν στη φυσιολογική λειτουργία του εντέρου, ενώ η πρωτεΐνη είναι απαραίτητη για τη διατήρηση και την ανάπτυξη των ιστών του σώματος.
Αν, για παράδειγμα, συγκρίνεις δύο ψωμιά ή δύο δημητριακά πρωινού, μπορεί να έχει ενδιαφέρον να εξετάσεις την περιεκτικότητά τους σε διαιτητικές ίνες. Αντίστοιχα, όταν συγκρίνεις δύο γιαούρτια, μπορεί να σε ενδιαφέρει η ποσότητα πρωτεΐνης που παρέχουν.
Ένα προϊόν μπορεί να φέρει την ένδειξη «πηγή φυτικών ινών» όταν περιέχει τουλάχιστον 3 g ινών ανά 100 g ή τουλάχιστον 1,5 g ανά 100 kcal. Η ένδειξη «υψηλή περιεκτικότητα σε φυτικές ίνες» επιτρέπεται σε τρόφιμα που περιέχουν τουλάχιστον 6 g ινών στα 100 g ή τουλάχιστον 3 g ανά 100 kcal.
Για τα τρόφιμα που περιλαμβάνουν πρωτεΐνη, θα πρέπει τουλάχιστον το 12% της αποδιδόμενης ενέργειας να προέρχεται από πρωτεΐνη, έτσι ώστε να αναγράφεται στη συσκευασία ο διατροφικός ισχυρισμός «πηγή πρωτεΐνης». Ενώ για να πληρούνται οι προϋποθέσεις να αναγράφεται «υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη», χρειάζεται τουλάχιστον το 20% της ενέργειας να προέρχεται από πρωτεΐνη, ανεξάρτητα από το αν είναι φυτικής ή ζωικής προέλευσης.
Δε χρειάζεται, όμως, να επιλέγεις πάντα το προϊόν με τη μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη ή διαιτητικές ίνες. Η καταλληλότερη επιλογή εξαρτάται από το τρόφιμο και τη θέση του στη διατροφή σου.
Επίσης, θυμήσου ότι η ποσότητα διαιτητικών ινών δεν αναγράφεται υποχρεωτικά σε κάθε διατροφική δήλωση. Αν δεν τη βλέπεις στον πίνακα, μπορείς να ανατρέξεις στον κατάλογο των συστατικών, έχοντας υπόψη ότι αυτός δε σου δίνει την ακριβή ποσότητα διαιτητικών ινών, αλλά αναφέρει αν τα συστατικά που χρησιμοποιήθηκαν στο προϊόν ήταν ολικής άλεσης ή τρόφιμα υψηλής περιεκτικότητας σε ίνες, όπως όσπρια, βρώμη, λαχανικά κ.λπ.
Διάβασε τον κατάλογο των συστατικών
Ο κατάλογος των συστατικών συμπληρώνει τις πληροφορίες της διατροφικής δήλωσης.
Τα συστατικά αναγράφονται, κατά κανόνα, με φθίνουσα σειρά βάρους κατά τη στιγμή της χρησιμοποίησής τους στην παρασκευή του τροφίμου. Έτσι, τα συστατικά που αναγράφονται πρώτα συμμετέχουν συνήθως σε μεγαλύτερη ποσότητα από εκείνα που ακολουθούν. Αν, για παράδειγμα, αγοράζεις ένα προϊόν ολικής άλεσης, μπορείς να ελέγξεις ποιο αλεύρι αναγράφεται πρώτο στον κατάλογο.
Επιπροσθέτως, αν κάποιο συστατικό αναγράφεται στο όνομα ή στην επισήμανση του προϊόντος, τότε στον κατάλογο των συστατικών αναγράφεται η ποσότητά του.
Καλό θα είναι να γνωρίζεις όμως, ότι συστατικά που αποτελούν λιγότερο από 2% του τελικού προϊόντος μπορούν, υπό τις προϋποθέσεις του κανονισμού, να αναγράφονται με διαφορετική σειρά μετά τα υπόλοιπα συστατικά. Ταυτόχρονα για τα σύνθετα χαρακτηριστικά, όπως είναι για παράδειγμα η σοκολάτα γάλακτος, αναγράφονται όλα τα επιμέρους συστατικά, όταν η περιεκτικότητά τους στο προϊόν ξεπερνά το 2%.
Μπορείς επίσης να εξετάσεις:
• Αν το προϊόν περιέχει συστατικά που θέλεις να αποφεύγεις ή δεν ανέχεσαι.
• Αν περιλαμβάνει συστατικά που σχετίζονται με αλλεργίες ή δυσανεξίες που σε αφορούν.
• Αν η περιγραφή στη συσκευασία ανταποκρίνεται στη σύνθεση του προϊόντος.
Οι πληροφορίες για τα αλλεργιογόνα έχουν ιδιαίτερη σημασία για τα άτομα με τροφικές αλλεργίες. Υπάρχουν 14 συστατικά που ενδέχεται να προκαλέσουν αλλεργίες (π.χ. δημητριακά που περιέχουν γλουτένη, ξηροί καρποί, γάλα) και στα προσυσκευασμένα τρόφιμα, τα αλλεργιογόνα που προβλέπει η νομοθεσία πρέπει να επισημαίνονται με τρόπο που να ξεχωρίζουν στον κατάλογο των συστατικών.
Και κάτι σημαντικό: ένας μακρύς κατάλογος συστατικών δε σημαίνει από μόνος του ότι ένα τρόφιμο είναι ανθυγιεινό. Η αξιολόγηση χρειάζεται να γίνεται με βάση τη σύνθεση, τη διατροφική αξία και τη συνολική διατροφή.
Μην αφήνεις τους ισχυρισμούς στη συσκευασία να αποφασίζουν για εσένα
«Light», «high protein», «πηγή φυτικών ινών», «χωρίς προσθήκη ζάχαρης», «με βιταμίνες».
Τέτοιες φράσεις τραβούν την προσοχή και μπορεί να παρέχουν χρήσιμες πληροφορίες. Δεν αρκούν, όμως, από μόνες τους για να αξιολογήσεις ένα προϊόν.
Οι διατροφικοί ισχυρισμοί, όπως «χαμηλή περιεκτικότητα σε σάκχαρα» ή «υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη», υπόκεινται σε συγκεκριμένες προϋποθέσεις της ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Ο διατροφικός ισχυρισμός είναι μια προαιρετική ένδειξη για τη θρεπτική ιδιότητα του τροφίμου και αφορά την ενέργεια ή επιμέρους συστατικά, όπως πρωτεΐνες, λιπαρά, διαιτητικές ίνες και σάκχαρα.
Για παράδειγμα, η ένδειξη «υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη» δε σημαίνει ότι το προϊόν είναι απαραίτητα η καλύτερη επιλογή για εσένα. Αντίστοιχα, το «light» δε σημαίνει ότι ένα τρόφιμο είναι χωρίς θερμίδες ή ότι μπορεί να καταναλώνεται απεριόριστα.
Για να μπορεί ένα προϊόν να αναγράφει στην ετικέτα του τις λέξεις «χαμηλό»/«χωρίς», σημαίνει ότι υπάρχει συγκεκριμένο ανώτατο όριο για το συγκεκριμένο συστατικό. Αντίστοιχα για να αναγράφεται «πηγή»/«υψηλή περιεκτικότητα», υπάρχει συγκεκριμένο κατώτατο όριο.
Επιπλέον, οι λέξεις «μειωμένο»/«light» πρέπει να συνοδεύονται από το συστατικό που μειώθηκε και σε σύγκριση με τι, για παράδειγμα «με λιγότερο αλάτι» σε σύγκριση με το κλασικό προϊόν. Για να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ο ισχυρισμός «μειωμένο», απαιτείται να υπάρχει μείωση του συγκεκριμένου συστατικού κατά τουλάχιστον 30% (ή 25% αν μιλάμε για το αλάτι/νάτριο) σε σχέση με το συμβατικό προϊόν. Η μείωση κάποιου μακροθρεπτικού συστατικού δε σημαίνει αυτόματα ισότιμη μείωση και στο θερμιδικό περιεχόμενο του τροφίμου. Επομένως, «40% λιγότερα λιπαρά» δε σημαίνει απαραίτητα και 40% λιγότερες θερμίδες.
Επίσης μη συγχέεις τους ισχυρισμούς διατροφής με τους ισχυρισμούς υγείας. Ένας ισχυρισμός υγείας δείχνει τη σχέση του συστατικού με τη λειτουργία του οργανισμού. Για παράδειγμα ένας διατροφικός ισχυρισμός είναι «πηγή β-γλυκανών», ενώ ισχυρισμός υγείας «Η κατανάλωση β-γλυκανών συμβάλλει στη μείωση της αύξησης της γλυκόζης στο αίμα μετά από ένα γεύμα». Κάθε κατηγορία έχει τους δικούς της όρους χρήσης.
Σε περίπτωση που ένα προϊόν εμφανίζει κάποιον ισχυρισμό διατροφής ή υγείας σχετικό με κάποια βιταμίνη ή μέταλλο, τότε υποχρεωτικά πρέπει να αναγράφεται στη διατροφική δήλωση η περιεκτικότητα του προϊόντος σε αυτό, συμπεριλαμβανομένης τόσο της φυσικής όσο και προστιθέμενης ποσότητας.
Την επόμενη φορά που μια φράση στη συσκευασία τραβήξει την προσοχή σου, δοκίμασε να κάνεις ένα βήμα παραπάνω: γύρισε τη συσκευασία και έλεγξε τις πραγματικές πληροφορίες. Ένα τρόφιμο χωρίς ισχυρισμό μπορεί πάντα να είναι μια κατάλληλη επιλογή!
Τελικά, πώς να επιλέγεις ανάμεσα σε δύο προϊόντα;
Δεν υπάρχει μία μοναδική διατροφική ετικέτα που να καθορίζει αν ένα προϊόν είναι «καλό» ή «κακό».
Για να κάνεις μια πιο ενημερωμένη επιλογή:
1. Σύγκρινε παρόμοια προϊόντα και ξεκίνα από τις τιμές ανά 100 g ή 100 mL.
2. Εστίασε στα στοιχεία που έχουν σημασία για εσένα, όπως οι διαιτητικές ίνες, η πρωτεΐνη, τα σάκχαρα, τα κορεσμένα λιπαρά ή το αλάτι.
3. Διάβασε τον κατάλογο των συστατικών, ειδικά όταν θέλεις να ελέγξεις τη σύνθεση ή την παρουσία αλλεργιογόνων.
4. Μη βασίζεσαι αποκλειστικά στις φράσεις της συσκευασίας. Δες τι πραγματικά αναγράφεται στη διατροφική δήλωση.
5. Σκέψου τη συνολική σου διατροφή. Κανένα μεμονωμένο τρόφιμο δεν καθορίζει από μόνο του την ποιότητά της.
Δε χρειάζεται να περνάς δέκα λεπτά μπροστά από κάθε ράφι ούτε να αναλύεις κάθε αριθμό.
Ο στόχος είναι να αποκτήσεις σταδιακά την εξοικείωση που θα σε βοηθήσει να επιλέγεις με μεγαλύτερη σιγουριά, σύμφωνα με τις ανάγκες, τις προτιμήσεις και τον τρόπο ζωής σου.
Τι να θυμάσαι
Η διατροφική ετικέτα είναι ένα εργαλείο ενημέρωσης, όχι μια λίστα με απαγορεύσεις.
Όσο καλύτερα κατανοείς τις πληροφορίες που σου δίνει, τόσο πιο εύκολο γίνεται να κάνεις συνειδητές επιλογές χωρίς να παρασύρεσαι από εντυπωσιακές φράσεις ή να αναζητάς το «τέλειο» προϊόν.
Γιατί η ισορροπημένη διατροφή δεν χτίζεται από μία αγορά στο σούπερ μάρκετ, αλλά από τις επιλογές που κάνουμε συνολικά, στο χρόνο.